1/03/2011

La Grèce ne nous entendra pas partir




Αγαπημένε Ροβήρε,


Το μήνυμα θα μας βρει στην οδό Αλκιβιάδου, στην αυλή ενός σπιτιού, στη Νέα Φιλαδέλφεια. Θα έχουμε μόλις φυτέψει μια μικροσκοπική λεμονιά στο χώμα.

Θα είναι μια Κυριακή πρωί. Η μέρα θα είναι ηλιόλουστη.

Απέναντι από το σπίτι, ένας ηλικιωμένος ταξιτζής θα εγκαταλείψει το όχημά του και θ΄ αρχίσει να βαδίζει σαν υπνοβάτης ανάμεσα στα αυτοκίνητα, προς το αντίθετο ρεύμα.

Θα τον παρατηρούμε από το μικρό παράθυρο της κουζίνας, μέσα από τα κάγκελα.

Ένας από τους πιο παλιούς μας γείτονες, Μικρασιάτης στην καταγωγή, θα βγει αργά στο δρόμο μ΄ έναν κουβά άσπρη μπογιά και θα γράψει το όνομά του με μεγάλα γράμματα στον τοίχο του σπιτιού του.

Ο Διογένης, που πάντοτε στεκόταν στη γωνιά, καθισμένος στη μάντρα του δημοτικού σχολείου, και συνομιλούσε με τις μουριές, και απευθυνόταν στα αυτοκίνητα, δε θα φανεί εκείνη τη μέρα.

Ο κύριος Εφιάλτης θα βάλει φωτιά στα σεντόνια, στα έπιπλα και στα οικογενειακά του κειμήλια. Θα τα έχει μαζέψει σ΄ ένα σωρό στο κέντρο της αυλής του. Θα κοιτάζει τη φωτιά χωρίς να πει λέξη.

Το μήνυμα θα είναι ίδιο μ΄ εκείνο που οι Σπαρτιάτες έστειλαν, το 410 προ Χριστού, στους Εφόρους της πόλης τους :

« Πάνε τα πλοία. Μίνδαρος χάθηκε. Άνδρες πεινούν. Απορία περί του πρακτέου. »

Όλη εκείνη τη μέρα, θα ξαναδιαβάζουμε το μήνυμα σαν να περιμέναμε να διαψευσθεί από μόνο του, ως διά μαγείας, ή να σβήσει μπροστά από τα μάτια μας μετά από την εκατοστή ή τη χιλιοστή ανάγνωση.

Το μήνυμα δε θα σβήσει. Δε θα μας αποκαλύψει κάποιο καινούργιο νόημα. Θα παραμείνει ίδιο, ίδιο μ΄ εκείνο που οι ηττημένοι Σπαρτιάτες έστειλαν το 410 στους Εφόρους της πόλης τους και που έμελλε να πέσει πρώτα στα χέρια των Αθηναίων :

« Πάνε τα πλοία. Μίνδαρος χάθηκε. Άνδρες πεινούν. Απορία περί του πρακτέου. »

Θα περιμένουμε τη νύχτα.

Σ΄ ένα μάλλινο και πολύχρωμο ταγάρι, θα βάλουμε μια οδοντόβουρτσα, ένα μολύβι, μια μαγνητοταινία, κάποιο παιδικό παιχνίδι και δυο ασπρόμαυρες φωτογραφίες.

Τον μπαγλαμά, θα τον πιάσω κάτω από το μπράτσο μου.

Το ταγάρι θα μυρίζει ακόμα θυμάρι.

Στο δρόμο μας μέχρι τα σύνορα θα προσπαθήσουμε να μην κάνουμε το παραμικρό θόρυβο. Θα προσπαθήσουμε να μην πατήσουμε το παραμικρό κλαδί, να μην ανταλλάξουμε καμία κουβέντα.

Θα κατευθυνθούμε βορειοδυτικά, προς τα αλβανικά σύνορα, κι έτσι θα μπορέσουμε να αποχαιρετήσουμε καθ΄ οδόν τα Γιάννενα, και το σπίτι του Άρη.

Θα διασχίσουμε αθόρυβα τη λίμνη.

Θα βρούμε στην άλλη όχθη ένα μονοπάτι που διασχίζει το Μιτσικέλι, κατηφορίζει προς το Ζαγόρι, ακολουθεί την αριστερή όχθη του ποταμού, ανηφορίζει προς την Αστράκα και φτάνει στα πόδια της Δρακόλιμνης. Εκεί, σε μια πλαγιά σπαρμένη με παπαρούνες, είναι πάντα έξι ή εφτά άλογα που βόσκουν.

Στο ίσωμα, θα συναντήσουμε τρία αγόρια καθισμένα σ΄ έναν πελώριο βράχο από ασβεστόλιθο. Θα φορούν άσπρα πουκάμισα κι ένα λεπτό μπλε και σκονισμένο σακάκι. Το φεγγάρι θα φωτίζει το πρόσωπό τους, και τα άσπρα πουκάμισα. Θα έχουν βγάλει για λίγο τα παπούτσια τους. Θα έχουν αφήσει στα πόδια του βράχου τρεις πολύχρωμους μπόγους. Θα τους ρωτήσουμε από πού έρχονται. « Από το Τεπελένι », θα μας πει ο πρώτος, και θα χαμογελάσει. « Από το Αργυρόκαστρο », θα μας πει ο δεύτερος, και θα χαμογελάσει. « Από τα Τίρανα », θα μας πει ο τρίτος, ο μικρότερος, και θα χαμογελάσει. Λίγο πριν φύγουμε, θα μας ρωτήσουν : « Να σας κάνουμε τράκα τρία τσιγάρα; »

Θα σταματήσουμε για λίγο, πριν το δάσος, για να χαιρετήσουμε τα βουνά της Πίνδου. Το όρος Γκαμήλα θα είναι μια κοπέλα που ανοίγει τα χέρια και τα τεντώνει προς το κενό. Ο Σμόλικας ένας αγέρωχος γέρος που έχασε το φως του πριν εκατομμύρια χρόνια. Ελπίζω ο καιρός να είναι αρκετά καθαρός ώστε να μπορέσουμε να διακρίνουμε στο βάθος τη σιλουέτα του Ολύμπου. Κι ελπίζω λίγο χιόνι να έχει παραμείνει στις κορυφές του.

Θα έχει μόλις ξημερώσει. Τα σύνορα δε θα είναι πια μακριά.

Μπορεί τότε, αγναντεύοντας τον Όλυμπο, να αρχίσω να κουρδίζω, πολύ σιγανά, τον μπαγλαμά.

Ρε λα ρε, ρε λα ρε… Έτσι δεν ξεκινούν σχεδόν όλα τα τραγούδια του Μάρκου;

Θα ξαναπάρουμε το μονοπάτι και, πλησιάζοντας τα σύνορα, θ΄ αρχίσουμε να ακούμε ομιλίες.

Θα δυσκολευτούμε στην αρχή να αναγνωρίσουμε τη γλώσσα.

Προχωρώντας, θ΄ αρχίσουμε να ξεχωρίζουμε λέξεις : Κωνσταντίνα… Φαίδωνα… Αργύρη… Εδώ…

Όλες οι λέξεις σχεδόν θα είναι ονόματα.

Εκατοντάδες σιλουέτες θα βγουν από τις ρεματιές, προχωρώντας αργά, προσεκτικά, προς τη νοερή γραμμή των συνόρων, η καθεμία με το όνομά της : Φωτεινή, Σπύρος, Ηρώ, Ανθή, Ειρήνη, Χριστίνα, Γιώργος, Κατερίνα, Ευαγγελία, Πηνελόπη, Καλλιόπη, Ασπασία, Ελένη, Μαρία, Μάνος.

Ένας παλιός καπετάνιος θα μας περιμένει στον Άγιο Γερμανό για να μας δείχνει το δρόμο.

Θα κρατάει ένα σπασμένο κουπί στον ώμο του.

« Από κει… »

Μερικοί θα έχουν δέσει με σκοινιά μια μεγάλη, δερμάτινη ή χαρτονένια βαλίτσα στην πλάτη τους και άλλοι, οι πιο νέοι, θα περπατάνε με τα χέρια αδειανά και, κάθε τόσο, θα σταματούν στα πόδια ενός δέντρου για να στρίψουν ένα βιαστικό, γκρίζο και καχεκτικό τσιγάρο.

Κι ο καπετάνιος θα μας πει : « Πάμε… Πάμε… Η χώρα μας όπου να ΄ναι θα ξυπνήσει. »

Πίσω από μας θα προχωράνε οι μουσικοί.

Ο Χρήστος Ζώτος κι ο Ψαρογιώργης, ο Ψαραντώνης μ΄ ένα μικρό, παμπάλαιο τζουρά στον ώμο, ο Παπαϊωάννου μ΄ ένα μπουζούκι ελαφρύ σα μαντολίνο, ο Νίκος μ΄ ένα κλαδί βασιλικό στ΄ αυτί, ο Στέλιος, συλλογισμένος, με το ούτι του αγκαλιά, ο Ανέστης, η Μαρίκα κι ο Μάρκος χέρι χέρι με τη Ρόζα.

Ο Ανέστης θα έχει δυο παγωμένα δάκρυα στα μάγουλα.

Στην κορυφή της πομπής των μουσικών θα περπατάει, βέβαια, ο τυφλός λυράρης.

Θα προχωρήσουμε στο δάσος. Οι μουσικοί δε θα παίζουν την παραμικρή νότα.

Κι αθόρυβα, στις μύτες των ποδιών, θα περάσουμε τα σύνορα.

Η Ελλάδα θα είναι ήδη μια ανάμνηση.

Θα αφήσουμε τους μπόγους να πέσουν στα πόδια μας, στα ψηλά χόρτα.

Θα ξαποστάσουμε πίσω από την αόρατη γραμμή, αγναντεύοντας τον κάμπο.

Κάποιος θα δείξει με το δάχτυλο την άσπρη κορδέλα, κάτω, που τρέχει ανάμεσα στα χωράφια και οδηγεί προς τους Αγίους Σαράντα.

Ο Νίκος θα σηκωθεί και θα ψάχνει τη θάλασσα με το βλέμμα.

Θα ξαναρχίσουμε σιγά σιγά, διστακτικά, να μιλάμε.

Η Ελλάδα δε θα μας ακούσει να φεύγουμε.

Θα διασχίσουμε τα σύνορα, κι όταν θα έχουμε περάσει αντίπερα, στην άλλη άκρη της νοερής γραμμής, όταν, με τους μπόγους στα πόδια μας, θα έχουμε κάτσει, σε ημικύκλιο σχεδόν, στα ψηλά χόρτα, σε κάποια απόσταση ο ένας από τον άλλον, τότε, τότε μόνο θα αρχίσουν οι μουσικοί να παίζουν.

                             



Δημήτρης Αλεξάκης
 Αθήνα, Σάββατο 8 Μαΐου του 2010












Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου